ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΕΖΕΒΙΡΗΣ
Ναυτικός Ακόλουθος στο Παρίσι
1925 - 1928

(πηγή: Γ. Μεζεβίρη  Αντιναυάρχου ε.α.,
"Τέσσαρες δεκαετίες εις την Υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού",
Αθήναι 1971)

Ο Αντιπλοίαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης στα τέλη Αυγούστου του 1925 παρέδωσε τα καθήκοντα του Διευθυντού της Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας του Ναυτικού και αναχώρησε για το Παρίσι προκειμένου να αναλάβει εκεί καθήκοντα Ναυτικού Ακολούθου.

Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης διηγείται:

«Όταν αποδεχόμουνα την νέα μου θέση, θεωρούσα ότι μου δίνονταν μια ανέλπιστη ευκαιρία για ευχάριστη διαμονή στο πνευματικό και καλλιτεχνικό κέντρο του κόσμου. Φανταζόμουν όμως ότι οι επαγγελματικές μου ασχολίες θα περιορίζονταν ιδίως σε τελετές και δεξιώσεις και αυτή η μετάπτωση σε σχέση με τις μέχρι τώρα μου ήταν δυσάρεστη.  Ευτυχώς η τοποθέτησή μου συνέπιπτε με την μόνη εποχή που τα καθήκοντα του Ναυτικού Ακολούθου στο Παρίσι ήταν σοβαρά και ουσιαστικά.

Γενικά, αυτή η περίοδος υπήρξε γόνιμη για το Ναυτικό και αυτοί που ανέλαβαν την διοίκησή του χρησιμοποιώντας ανώμαλο τρόπο για να καταλάβουν την αρχή, μπορούσαν τουλάχιστον να προβάλουν ότι μερίμνησαν για την ανάπτυξή του.




                      
1925-28, Αντιπλοίαρχος Γρηγόριος Μεζεβίρης Ναυτικός Ακόλουθος στο Παρίσι

Πολυσχιδή καθήκοντα

Εκτός από τις ριζικές επισκευές που έγιναν σε πολλά πλοία στην Ελλάδα, λήφθηκαν σοβαρά μέτρα για την ανανέωση του υλικού. Λόγω της ευνοϊκής για μας ισοτιμίας του γαλλικού νομίσματος προκρίθηκε για τις νέες ναυπηγήσεις η γαλλική βιομηχανία.  Πέραν από τα 2 υποβρύχια που είχαν αρχικά παραγγελθεί, παραγγέλθηκαν επίσης στη Γαλλία άλλα 4 και ανατέθηκαν σε γαλλικά ναυπηγεία η ναυπήγηση του εκπαιδευτικού «ΑΡΗΣ» και οι ριζικές επισκευές και μετασκευές του θωρηκτού «ΑΒΕΡΩΦ» και του ελαφρού καταδρομικού «ΕΛΛΗ». Άλλες, δευτερεύουσας σημασίας παραγγελίες πολεμικού υλικού δόθηκαν επίσης σε γαλλικά εργοστάσια.

Ανάλογη υπήρξε και η μέριμνα για την εκπαίδευση των στελεχών. Παράλληλα με την εντατική εξάσκηση της Μοίρας γυμνασίων, σημαντικός αριθμός αξιωματικών στάλθηκε για εξειδίκευση στη Γαλλία και στην Αγγλία. Μάχιμοι αξιωματικοί που προορίζονταν για την ναυτική αεροπορία  στάλθηκαν σε γαλλικές σχολές.  Αρχικά εκπαιδεύτηκαν ως χειριστές και στη συνέχεια ως παρατηρητές σε σχολές του Ναυτικού και του Στρατού.  Οι αξιωματικοί που προορίζονταν να υπηρετήσουν στα υπό κατασκευή υποβρύχια εκπαιδεύτηκαν στις αντίστοιχη σχολή του Γαλλικού Ναυτικού.  Άλλοι ακολούθησαν τεχνικές σπουδές για απόκτηση διπλώματος μηχανικού πυροβόλων, μηχανικού ραδιοηλεκτρολόγου και μηχανικού αεροπορικών κατασκευών. Αρκετοί υγειονομικοί αξιωματικοί εκπαιδεύτηκαν σε ειδικότητες του κλάδου τους.  Έτσι, ένα σημαντικό τμήμα του Ναυτικού μας βρέθηκε στη Γαλλία και προστέθηκαν πολυάριθμες ασχολίες στα συνηθισμένα καθήκοντα του Ναυτικού Ακολούθου.

Η επίβλεψη των κατασκευών και επισκευών των μονάδων του στόλου μας είχε ανατεθεί σε ιδιαίτερες αποστολές, για πάμπολλα όμως θέματά τους απαιτούνταν η ανάμειξη του Γαλλικού Υπουργείου Ναυτικών και ήμουν ο αρμόδιος για την διεξαγωγή των σχετικών διαπραγματεύσεων.  Από την στιγμή που συντάχθηκαν οι συμβάσεις στην Αθήνα δεχόμουνα βροχή τηλεγραφικών ερωτημάτων σχετικά με τα ισχύοντα στο Γαλλικό Ναυτικό. Μάλιστα, υπήρχε απαίτηση για άμεση απάντηση καθώς οι αρμόδιοι αγνοούσαν τις απαιτούμενες διατυπώσεις.  Επιπλέον, οι Τεχνικές Υπηρεσίες του Ελληνικού Υπουργείου των Ναυτικών δεν ξεχνούσαν την παλιά μου ειδικότητα και μου ανέθεταν πολλές παραλαβές υλικού ασυρμάτου και ηλεκτρολογικού.  Γι αυτόν τον σκοπό και μόνο κατά την τριετή μου παραμονή στο Παρίσι χρειάστηκε να μεταβώ επανειλημμένα  σε διάφορες γαλλικές πόλεις και 3 φορές στην Αγγλία.




       
1926, ο Γρηγ. Μεζεβίρης σε τελετή καθέλκυσης Ελληνικού υποβρυχίου στη Νάντη Γαλλίας

Οι εκπαιδευόμενοι αξιωματικοί τελούσαν υπό τις διαταγές μου και αποτελούσαν συνεχή πηγή απασχόλησης. Αρχικά έπρεπε να εγκριθεί η είσοδός τους στις σχολές και αυτό δεν ήταν πάντα εύκολο διότι ο αριθμός των θέσεων για ξένους μαθητές ήταν περιορισμένος και οι απαιτήσεις μας συχνά υπερβολικές.  Στη συνέχεια έπρεπε να παρακολουθώ τις σπουδές των εκπαιδευόμενων και να υποβάλλω σχετικές εκθέσεις.  Γι αυτόν τον σκοπό έπρεπε να επισκέπτομαι τις πόλεις που ήταν οι έδρες των σχολών.  Πρέπει να σημειώσω ότι, εκτός από μια ή δυο εξαιρέσεις, η συμπεριφορά και επιμέλεια των εκπαιδευομένων μου έδινε απόλυτη ικανοποίηση.  Με εθνική υπερηφάνεια άκουσα στο Γαλλικό Υπουργείο Ναυτικών πολύ τιμητικές κρίσεις για μερικούς από τους αξιωματικούς που εκπαιδεύτηκαν στη σχολή υποβρυχίων.   Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρακολουθούσα και τις φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευόμενων στις ανώτερες τεχνικές σχολές για να υπερνικήσουν τις δυσκολίες,  που κι ο ίδιος καλά γνώριζα από πρόσφατη πείρα.

Κατά το διάστημα αυτό αντιπροσώπευσα το Ελληνικό Ναυτικό στη Στοκχόλμη στο Συνέδριο επισήμανσης αβαθών και φωτισμού ακτών και το Υπουργείο Συγκοινωνιών στο Ραδιοφωνικό Συνέδριο της Γενεύης.



                             
1926, ο Γρηγ. Μεζεβίρης στο Διεθνές Συνέδριο Στοκχόλμης

Στην Συνδιάσκεψη αφοπλισμού της Κοινωνίας των Εθνών στην Γενεύη

Παρέστην και ως παρατηρητής το 1926 στην πρώτη Συνδιάσκεψη αφοπλισμού της Κοινωνίας των Εθνών στην Γενεύη.  Η  Συνδιάσκεψη αυτή είχε κινήσει τότε παγκόσμιο ενδιαφέρον και το ζήτημα του αφοπλισμού θεωρείτο ως το κυριότερο έργο που έπρεπε να φέρει σε πέρας η Κοινωνία των Εθνών, αν ήθελε να αποδείξει ότι είχαν άδικο εκείνοι που αμφέβαλαν για την χρησιμότητα του θεσμού. Ουσιαστικά, επρόκειτο για σύγκληση της Προπαρασκευαστικής Επιτροπής του αφοπλισμού στην οποία είχε ανατεθεί η διατύπωση των γενικών αρχών που θα χρησίμευαν στην Γενική Συνδιάσκεψη ως βάση για τον γενικό περιορισμό των εξοπλισμών.  Γι αυτόν τον σκοπό η Επιτροπή έπρεπε να απαντήσει σε σειρά ερωτημάτων που είχαν τεθεί. Συμμετείχαν στην Επιτροπή αυτή τα κράτη που κατείχαν τότε έδρα στο Συμβούλιο της  Κοινωνίας των Εθνών καθώς και μερικά άλλα που είχαν επιλεγεί. Μεταξύ αυτών δεν περιλαμβάνονταν η Ελλάς.  Στα κράτη που δεν συμμετείχαν στην Επιτροπή είχε επιτραπεί να παραστούν με τεχνικούς εμπειρογνώμονες ως παρατηρητές, με δικαίωμα να υποβάλλουν με υπόμνημα τις αντιλήψεις των κυβερνήσεών τους χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις.  Ένα τέτοιο υπόμνημα συντάξαμε και υποβάλλαμε από κοινού με τον Έλληνα στρατιωτικό εμπειρογνώμονα.

Τις πρώτες συνεδριάσεις παρακολούθησα με εύλογο ενδιαφέρον και μου δόθηκε η ευκαιρία να θαυμάσω την ρητορική δεινότητα ορισμένων αρχηγών αντιπροσωπειών, διακεκριμένων πολιτικών ανδρών Μεγάλων Δυνάμεων.  Όσο όμως περνούσαν οι μέρες, άρχιζα να σχηματίζω την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα μπορούσε να υπάρξει ταυτότητα αντιλήψεων.  Όλοι επιθυμούσαν τον περιορισμό των δαπανών για εξοπλισμούς, έλειπε όμως η αμοιβαία εμπιστοσύνη και κάθε κράτος ζητούσε να διατυπωθούν οι γενικές αρχές κατά τρόπο που να ανταποκρίνονται στα ατομικά του συμφέροντα.  Είναι πολύ πιθανό, μερικοί από τους πολιτικούς που παρευρίσκονταν, γνωστοί ως ιδεολόγοι ειρηνόφιλοι, να πίστευαν ειλικρινά όσα υποστήριζαν.  Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο με τους στρατιωτικούς, συνηθισμένους από το επάγγελμά τους να αντιμετωπίζουν την πρακτική πλευρά των ζητημάτων. Πολλές φορές από τότε συγκλήθηκε η Προπαρασκευαστική Επιτροπή και στη συνέχεια η Γενική Συνδιάσκεψη.  Εκτός όμως από μερικές μεμονωμένες συμφωνίες περιορισμού των ναυτικών μόνο εξοπλισμών, φθάσαμε στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να έχει επιτευχθεί ο γενικός περιορισμός των εξοπλισμών.

Άσχετα με τις δυσκολίες που συναντούσε η Επιτροπή, στη σοβαρότητα των συνεδριάσεων της στις οποίες μετείχαν και τόσες προσωπικότητες παρεμβάλλονταν καμιά φορά και τόνος κωμικός που οφείλονταν στον τρόπο σύστασής της.  Για παράδειγμα, μερικά κράτη που δεν είχαν ναυτικά σύνορα αντιπροσωπεύονταν στην ναυτική υποεπιτροπή από αξιωματικούς του Στρατού και είχαν γνώμη με ψήφο , την στιγμή που ο ναυτικός εκπρόσωπος της Ελλάδος δεν δικαιούνταν να μετάσχει των συζητήσεων!  Μάλιστα σε κάποια τέτοια περίπτωση επιθυμώντας να υποστηρίξω κάποια ορισμένη άποψη  που ενδιέφερε το Ναυτικό μας, επωφελήθηκα της ευγενικής προσφοράς ενός στρατιωτικού με τον οποίο είχα φιλικές σχέσεις από το Παρίσι, ο οποίος την ανέπτυξε για λογαριασμό μου.  Προκαλούσε επίσης καμιά φορά χαμόγελα το ύφος με το οποίο μερικοί ναυτικοί κρατών που διέθεταν ασήμαντο Ναυτικό αντέκρουαν
τα επιχειρήματα Ναυάρχων Μεγάλων Δυνάμεων και επεδίωκαν να επιβάλουν τις απόψεις τους.

Μετά από ένα μήνα παραμονή στην Γενεύη, προβλέποντας ότι οι εργασίες της Επιτροπής θα παρατείνονταν για πολύ καιρό και επειδή ως παρατηρητής ουσιαστικά δεν μπορούσα να προσφέρω καμιά υπηρεσία ενώ στην Γαλλία εκκρεμούσαν πολλές άλλες εργασίες μου, ζήτησα και έλαβα έγκριση για να επιστρέψω στην θέση μου στο Παρίσι.

Η υπόθεση του ημιτελούς θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ»

Η σημαντικότερη εργασία που μου ανέθεσαν στο Παρίσι και που με απασχόλησε καθ’ όλη την παραμονή μου στη Γαλλία ήταν η σχετική με την υπόθεση του ημιτελούς στη Γερμανία θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ» που εκκρεμούσε αφενός προ του Μικτού Ελληνογερμανικού Δικαστηρίου του Παρισιού και αφετέρου προ της Πρεσβευτικής Συνδιάσκεψης.



                                
1925, Αμβούργο Διατησία θωρηκτού "ΣΑΛΑΜΙΣ"

Όταν λόγω του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου διακόπηκε η ναυπήγηση του θωρηκτού, αυτή είχε προχωρήσει σημαντικά και είχε προκαταβληθεί από την Ελληνική Κυβέρνηση ποσό 500.000 περίπου αγγλικών λιρών.  Μετά το τέλος του πολέμου οι διάφορες Ελληνικές Κυβερνήσεις για πολύ καιρό δεν καθόριζαν τους σκοπούς τους όσον αφορά την τύχη του πλοίου,  μέχρι το 1923 οπότε άσκησαν αγωγή ενώπιον του Μικτού Δικαστηρίου με την οποία ζητούσαν την ακύρωση του συμβολαίου και την επιστροφή της προκαταβολής.  Η αγωγή στηρίζονταν σε δυο κυρίως επιχειρήματα (α) ότι η Συνθήκη των Βερσαλλιών απαγόρευε την εξαγωγή του πλοίου από την Γερμανία και (β) ότι με την παρέλευση του χρόνου το θωρηκτό έπαψε να ανταποκρίνεται από τεχνικής πλευράς στις ανάγκες του Ναυτικού μας.   Τα γερμανικά ναυπηγεία από την πλευρά τους αρνούνταν να επιστρέψουν την προκαταβολή και ζητούσαν είτε την ακύρωση του συμβολαίου και την συμπληρωματική καταβολή ποσού 750.000 λιρών που αντιπροσώπευε την αξία των εργασιών που είχαν γίνει πέραν του ποσού της προκαταβολής, είτε την αποπεράτωση της ναυπήγησης για λογαριασμό της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Το Μικτό Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό με την Συνθήκη των Βερσαλλιών επιχείρημά μας και ως προς την τεχνική καταλληλότητα του πλοίου διέταξε πραγματογνωμοσύνη στο Αμβούργο από Ολλανδό Ναύαρχο, που θα λάμβανε χώρα λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων μου στο Παρίσι.  Σ’ αυτήν η Ελληνική Κυβέρνηση αντιπροσωπεύτηκε από τεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχε ο προκάτοχός μου Ναυτικός Ακόλουθος κι εγώ.

Επειδή η κρίση της πραγματογνωμοσύνης ήταν δυσμενής για τις απόψεις μας, ζητήθηκε από το Δικαστήριο να διεξαχθεί νέα διότι τα επιχειρήματα πάνω στα οποία στηρίζονταν η πρώτη κρίνονταν αβάσιμα.  Για να πεισθεί το Δικαστήριο, κρίθηκε σκόπιμο το σχετικό υπόμνημά μας να ενισχυθεί και με γνωματεύσεις ξένων διακεκριμένων ναυτικών προσωπικοτήτων. Ανέλαβα να βρω τα κατάλληλα πρόσωπα στη Γαλλία και πέτυχα πολύ ευνοϊκές για τις απόψεις μας γνωματεύσεις ενός απόστρατου Ναύαρχου και τέως Υπουργού των Ναυτικών και ενός Αρχιναυπηγού.  Ανάλογα πετύχαμε και στην Αγγλία, χάρις σε έναν ανώτερο αξιωματικό που στάλθηκε από την Ελλάδα και ο οποίος αντικατέστησε στην τεχνική επιτροπή τον προκάτοχό μου στο Παρίσι, που με αίτησή του είχε τεθεί σε διαθεσιμότητα. Με αυτές τις ενέργειες πετύχαμε μετά από πολύ χρόνο, τον Μάρτιο του 1928, να διαταχθεί νέα πραγματογνωμοσύνη.

Παράλληλα, γίνονταν ενέργειες προς την Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη προκειμένου να ερμηνεύσει ευνοϊκά για τις απόψεις μας τον όρο της Συνθήκης των Βερσαλλιών τον σχετικό με την απαγόρευση εξαγωγής από την Γερμανία πολεμικού υλικού. Η Πρεσβεία μας στο Παρίσι είχε αναλάβει τον επίσημο χειρισμό της υπόθεσης και με χρησιμοποιούσε ως τεχνικό σύμβουλο.  Επειδή όμως το ζήτημα χειρίζονταν οι στρατιωτικοί εμπειρογνώμονες της  Συνδιάσκεψης, οι συνεννοήσεις με αυτούς και η όλη παρακολούθηση της υποθέσεως έπεφτε κυρίως σε μένα. Το ζήτημα αυτό με απασχόλησε πολύ μέχρις ότου τελικά η Συνδιάσκεψη παρέπεμψε το ζήτημα στο Συμβούλιο της Κοινωνίας των Εθνών.

Κατά το πρώτο έτος από την ανάληψη των καθηκόντων μου ως Ναυτικού Ακολούθου, ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος από την έναντι μου συμπεριφορά του Υπουργείου των Ναυτικών, που έμοιαζε να εκτιμά εξαιρετικά τις υπηρεσίες μου. Από τον δεύτερο κιόλας μήνα μου εκφράστηκε θερμότατη ευαρέσκεια διότι έφερα εις πέρας με ταχύτητα και επιτυχώς εμπιστευτικές αποστολές που μου είχαν ανατεθεί σε  δυο χώρες εκτός της Γαλλίας.

Φαίνεται όμως ότι είναι μοιραίο όποιος αναλαμβάνει σε μας δημόσια υπηρεσία είτε εντός είτε εκτός της Ελλάδος να μην αφήνεται ήρεμος για πολύ καιρό στα καθήκοντά του.  Στις αρχές του 1926, Ο Υπουργός των Ναυτικών διαφώνησε με τον δικτάτορα Στρατηγό παραιτήθηκε και αντικαταστάθηκε από άλλον απόστρατο Ναύαρχο.  Ο νέος Υπουργός εδώ και δώδεκα χρόνια ήταν κάτοικος Παρισιού και κατά το διάστημα αυτό είχε διατελέσει για οκτώ περίπου έτη κατά περιόδους Ναυτικός Ακόλουθος, εκ περιτροπής παραιτούμενος και ανακαλούμενος στην ενεργό υπηρεσία.  Με αυτόν είχα συνδεθεί με φιλία στο Παρίσι και λόγω της μακράς σχετικής πείρας του μου είχε φανεί πολύ χρήσιμος κατά τα πρώτα μου βήματα ως Ναυτικού Ακολούθου.  Εξακολουθούσε δε να με τιμά με την φιλία του και αφού παρέλαβε ως Υπουργός.  Συχνά μάλιστα για υπηρεσιακά ζητήματα μου έστελνε ιδιωτικές επιστολές, αντί υπουργικών διαταγών.  Με δικαιολογημένη λοιπόν έκπληξη έλαβα τον Ιούλιο του 1926 επιστολή του Υπουργού με την οποία με λύπη του μου γνώριζε ότι για οικονομικούς λόγους θα καταργούσε τη θέση του Ναυτικού Ακολούθου στο Παρίσι και τα καθήκοντά του θα προσθέτονταν σε εκείνα του Ναυτικού Ακολούθου που θα τοποθετούνταν στο Λονδίνο.  Ήταν ιδιαίτερα εκπληκτικό το γεγονός διότι ο Υπουργός αυτός γνώριζε καλλίτερα από κάθε άλλον πόσο απαραίτητη ήταν η παρουσία Ναυτικού Ακολούθου στο Παρίσι τη στιγμή εκείνη, έστω και μόνο για την υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ».  Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός και έμαθα τους λόγους που προκάλεσαν τη λήψη αυτού του μέτρου.  Λίγο μετά την αποστολή αυτής της επιστολής ο Υπουργός παραιτήθηκε και όπως πληροφορήθηκα, από πρόσωπο στην Ελλάδα που  από την θέση του γνώριζε λεπτομερώς τα όσα είχαν συμβεί, απέβλεπε να καταλάβει ο ίδιος την θέση αυτή εν καιρώ ως άμισθος Ναυτικός Ακόλουθος.

Η μέθοδος της κατάληψης άμισθων διπλωματικών θέσεων από πρόσωπα που μόνιμα διέμεναν στο εξωτερικό χρησιμοποιούνταν συχνά, λόγω των φορολογικών διευκολύνσεων που απολάμβαναν στην χώρα της διαμονής τους.  Αυτό είναι ίσως κατανοητό προκειμένου για ανάληψη καθηκόντων καθαρά διακοσμητικών και όχι πολύ σημαντικών, όπως συνέβαινε με την συγκεκριμένη θέση.

Το νέο κίνημα του Στρατηγού Κονδύλη που ακολούθησε δεν έδωσε τον χρόνο για να πραγματοποιηθούν αυτά τα σχέδια, αν και για το Ναυτικό γενικότερα η ανατροπή του προηγούμενου καθεστώτος υπήρξε αφορμή νέας αναστάτωσης.  Η Μοίρα γυμνασίων που τόσο καλά λειτουργούσε διαλύθηκε βίαια, μετά την άρνηση του Αρχηγού της να συμμορφωθεί προς τις διαταγές της νέας Κυβέρνησης.  Λυπηρά επεισόδια συνέβηκαν σε μερικά πλοία που έφθασαν και μέχρι ανταλλαγής κανονιοβολισμών, αναίμακτων ευτυχώς.  Το αποτέλεσμα υπήρξε και πάλι η πρόωρη διακοπή της σταδιοδρομίας μερικών αξιωματικών. Μεταξύ αυτών και του Αρχηγού της Μοίρας, αξιωματικού πολύ ικανού και εξαιρετικά δραστήριου, ο οποίος παρασυρόμενος από το μικρόβιο της πολιτικής και από υπέρμετρους φιλοδοξίες συχνά δημιουργούσε ζητήματα.  Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους που είχαν αποταχθεί για πολιτικούς λόγους και επανέρχονταν στην ενεργό υπηρεσία όποτε η παράταξή τους ανελάμβανε την αρχή,  αυτοί που αποτάχτηκαν σ’ αυτή την περίπτωση ουδέποτε επανήλθαν διότι είχαν απομακρυνθεί από την δική τους παράταξη.



                        1926, Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης με την σύζυγό του Μαργαρίτα στο Παρίσι

Λίγο μετά την άνοδο στην αρχή της νέας Κυβέρνησης, με ειδοποίησαν ότι η θέση του Ναυτικού Ακόλουθου στο Παρίσι θα διατηρούνταν και θα παρέμενα σε αυτήν.  Μάλιστα αυξήθηκαν και οι αποδοχές μου, για να ανταποκρίνομαι καλύτερα στις υποχρεώσεις μου.  Φαντάστηκα τότε ότι με τη νέα πολιτική Κυβέρνηση, της οποίας η οικουμενική σύνθεση απέκλειε την επικράτηση των κομματικών επιδιώξεων της μιας ή της άλλης πολιτικής παράταξης, θα μπορούσα απερίσπαστα να συνεχίσω την εργασία μου.  Δεν πέρασε όμως πολύς χρόνος και συνήλθα από την αυταπάτη αυτή…

Στο τέλος Δεκεμβρίου 1926 πήρα διαταγή να αναλάβω με έδρα το Παρίσι και τα καθήκοντα του Ναυτικού Ακολούθου του Λονδίνου που είχε ανακληθεί.  Αν και ήταν απαραίτητη η συνεχής παρουσία μου στο Παρίσι, επειδή θεώρησα ότι επρόκειτο για προσωρινό μέτρο, απάντησα ότι ήμουν έτοιμος να μεταβώ στο Λονδίνο μόλις θα έδινε την σχετική του έγκριση το Βρετανικό Ναυαρχείο. Νεώτερη όμως διαταγή τον Φεβρουάριο του 1927 με πληροφορούσε για την κατάργηση της δικής μου θέσης και την ανάληψη των καθηκόντων μου από τον νέο Ναυτικό Ακόλουθο που τοποθετήθηκε στο Λονδίνο, που ήταν προκάτοχός μου στο Παρίσι όπου και είχε στη συνέχεια παραμείνει έχοντας ζητήσει ο ίδιος να τεθεί σε διαθεσιμότητα   Αυτή η τελευταία διαταγή προκάλεσε κατάπληξη όχι μόνο σε μένα αλλά και στην Πρεσβεία μας που με αναφορά προς το Υπουργείο Εξωτερικών γνώρισε ότι θεωρεί απαραίτητη την παραμονή μου, ειδικά για την υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ». Για άγνωστο λόγο το Υπουργείο των Εξωτερικών δεν δέχτηκε να διαβιβάσει αυτήν την αναφορά στο αρμόδιο Υπουργείο των Ναυτικών.

Οι μήνες όμως περνούσαν χωρίς να λαμβάνεται η οριστική διαταγή παράδοσης των καθηκόντων μου. Τελικά η διαταγή έφθασε τον Αύγουστο του 1927, αφού μεσολάβησαν διάφορες αλληλοαναιρούμενες διαταγές.  Ο αντικαταστάτης μου, μόνο τον Νοέμβριο του 1927 παρουσιάστηκε για να αναλάβει υπηρεσία.  Όπως φαίνεται, ο αντικαταστάτης μου δεν βιαζόταν να αναλάβει τις ευθύνες του σχετικά με το ζήτημα του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ», καθώς διαψεύδονταν εκ των πραγμάτων η ελπίδα ότι η υπόθεση αυτή θα τέλειωνε σύντομα.

Την πικρία μου για την αδικία που μου είχε γίνει μετρίασαν οι εκδηλώσεις όσων υπηρετούσαν στην Πρεσβεία μας, των συνεργατών μου Ελλήνων δικαστών στην υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ» και τα ωραία λόγια που μου απηύθυναν στο Γαλλικό Γενικό Επιτελείο του Ναυτικού κατά την επίδοση των διασήμων της Λεγεώνος της Τιμής.

Σύμφωνα με τις διαταγές που είχα θα παρέδιδα την υπηρεσία μου και θα επέστρεφα στην Ελλάδα. Για άλλη μια φορά όμως τα σχέδια άλλαξαν.  Ο αντικαταστάτης μου, μόλις παρέλαβε, μου παρέδωσε διαταγή να παραμείνω στο Παρίσι και να συνεχίσω να διαχειρίζομαι όλα τα ζητήματα όπως και πριν, με εξαίρεση τα καθαρώς επιτελικά που θα αναλάμβανε ο νέος Ναυτικός Ακόλουθος.  Προς τούτο τοποθετήθηκα εικονικά στην Αποστολή παραλαβής υποβρυχίων.  Θα μπορούσε έτσι να υποθέσει κανείς ότι οι μεταβολές αυτές οφείλονταν σε προσπάθεια περιορισμού των δαπανών του Δημοσίου, διότι με την νέα μου τοποθέτηση το επίδομά μου θα περιορίζονταν στο ένα τέταρτο περίπου.  Αυτό όμως δεν ίσχυε διότι με αναφορά μου είχα γνωρίσει ότι αν οι υπηρεσίες μου κρίνονταν χρήσιμοι και μόνο λόγοι οικονομιών υπαγόρευαν τις μεταβολές, δεχόμουν να συνεχίσω την εξάσκηση των καθηκόντων μου κάτω από οποιουσδήποτε οικονομικούς όρους μέχρι να φέρω εις πέρας την διαχείριση των υποθέσεων που μου είχε εμπιστευθεί το Υπουργείο.

Η λύση όμως του αινίγματος ήταν αλλού. Ο αντικαταστάτης και προκάτοχός μου, από αρκετά χρόνια εγκατεστημένος στο Παρίσι και επιθυμώντας να απολαμβάνει την διπλωματική ιδιότητα στην πόλη αυτή, λόγω των στενών συγγενικών του δεσμών με τον Υπουργό των Οικονομικών είχε επιτύχει την ολοσχερή διαγραφή από τον Προϋπολογισμό της πίστωσης για τον Ναυτικό Ακόλουθο στο Παρίσι.

Η νέα αυτή διαταγή με έφερε σε δύσκολη πραγματικά θέση διότι εκτός των άλλων η διπλωματική ιδιότητα μου ήταν απαραίτητη για να συνεχίσω τις ενέργειές μου για την υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ» στην Πρεσβευτική Συνδιάσκεψη.  Αυτό εξέθεσα με αναφορά μου στο Υπουργείο και υπέβαλα την θερμή παράκληση να απαλλαγώ από κάθε υπηρεσία στο Παρίσι και συγχρόνως να τεθώ σε διαθεσιμότητα.  Η αίτησή μου δεν έγινε αποδεκτή, μετά όμως από επιμονή μου ο αντικαταστάτης μου ανέλαβε τον φάκελο του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ».

Μετά από αυτό ασχολήθηκα εντατικά για την ταχύτερη δυνατή διεκπεραίωση των υπολοίπων υποθέσεων που είχα αναλάβει, την παραλαβή εγκαταστάσεων ασυρμάτου των Ελληνικών πολεμικών πλοίων στη Γαλλία, διάφορες διαιτησίες επί ζητημάτων που προέκυψαν κατά την ναυπήγηση ή επισκευή των πλοίων μας κλπ.

Ενώ όμως από μήνες η υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ» είχε αναληφθεί από τον νέο Ναυτικό Ακόλουθο, με την προοπτική δεύτερης πραγματογνωμοσύνης από απόστρατο Νορβηγό Πλοίαρχο αποστέλλονταν από την Ελλάδα ως  εκπρόσωπος της Ελληνικής Κυβέρνησης εν ενεργεία Υποναύαρχος.  Δυο ημέρες πριν αυτός αναχωρήσει για το Αμβούργο μου διαβιβάζονταν από την Πρεσβεία μας εντολή του Υπουργείου των Εξωτερικών να τον συνοδεύσω.

Ο Ναύαρχος αγνοούσε τελείως τις λεπτομέρειες της υπόθεσης και επειδή θα απαιτείτο πολύς χρόνος για να μελετήσει τον φάκελο βασίζονταν σε μένα, που είχα πάψει προ πέντε μηνών να ασχολούμαι με το θέμα και αγνοούσα όσα είχαν εν τω μεταξύ συμβεί.  Αναγκάστηκα λοιπόν να παραλάβω από το αρχείο του Ναυτικού Ακολούθου τα σπουδαιότερα από τα έγγραφα και να τα μελετήσω καθοδόν προς Αμβούργο, όπου φθάσαμε την παραμονή της ημέρας που είχε οριστεί για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, και να εργαστώ όλη την νύχτα για να συντάξω συνοπτικό υπόμνημα για τον πραγματογνώμονα.

Η δεύτερη πραγματογνωμοσύνη ήταν ευνοϊκότερη από την πρώτη.  Ο πραγματογνώμονας συμφώνησε κατ’ αρχήν με τις απόψεις μας σχετικά με τις τεχνικές ατέλειες του θωρηκτού. Υπερβαίνοντας όμως την εντολή του Δικαστηρίου πρότεινε διάφορες τροποποιήσεις κατόπιν των οποίων, κατά την γνώμη του, το πλοίο θα ανταποκρίνονταν στις σύγχρονες απαιτήσεις.

Μετά το τέλος της πραγματογνωμοσύνης ο Ναύαρχος επέστρεψε στην Ελλάδα και το υπουργείο των Εξωτερικών μου έδωσε πάλι σχετικές εντολές.  Μου ζητήθηκε να υποβάλω τη γνώμη μου σχετικά με την έκθεση του πραγματογνώμονα, να πετύχω γνωμάτευση Γάλλου ειδικού επί των τροποποιήσεων που πρότεινε αυτός και να συντάξω τεχνικό υπόμνημα που να αποκρούει τα επιχειρήματα του Νορβηγού Πλοιάρχου για να χρησιμοποιηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου.

Συμμορφώθηκα προς τις εντολές αυτές. Ο Γάλλος αρχιναυπηγός από τον οποίο είχα ήδη πάρει μια πρώτη γνωμάτευση προσφέρθηκε με εξαιρετική ευγένεια να συντάξει και μια συμπληρωματική.  Ο ίδιος εργάστηκα εντατικά για ένα μήνα για να συντάξω μακροσκελές τεχνικό υπόμνημα με το οποίο απέκρουα ένα προς ένα τα επιχειρήματα του πραγματογνώμονα.  Έχοντας τελειώσει και τις υπόλοιπες εκκρεμείς εργασίες μου, θεώρησα ότι είχα δικαίωμα να επανέλθω στην αίτησή μου να ανακληθώ στην Ελλάδα.

Όσον αφορά την υπόθεση του θωρηκτού «ΣΑΛΑΜΙΣ», το οριστικό της τέρμα δεν φαίνονταν να είναι σύντομο. Πράγματι, μόλις το 1932 εκδόθηκε η τελική απόφαση του Δικαστηρίου.  Με αυτή δόθηκε συμβιβαστική λύση με την έγκριση της ακύρωσης του συμβολαίου έναντι καταβολής από μας μιας ασήμαντης αποζημίωσης.

Μετά από επανειλημμένες υπομνήσεις της αίτησής μου, πέτυχα τελικά την ανάκλησή μου τον Νοέμβριο του 1928.

Η περίοδος της τριετούς υπηρεσίας μου στο Παρίσι υπήρξε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες της σταδιοδρομίας μου, θα ήταν και μια από τις πιο ευχάριστες αν δεν την είχε διαταράξει η απαίτηση των δυο επίδοξων μνηστήρων της θέσεως του Ναυτικού Ακολούθου στο Παρίσι, να εναλλάσσονται σε αυτήν αποκλείοντας κάθε τρίτο»

Επιστροφή στις Διηγήσεις