ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΕΖΕΒΙΡΗΣ
Οι συνέπειες του κινήματος
της 1ης Μαρτίου 1935

(πηγή: Γ. Μεζεβίρη  Αντιναυάρχου ε.α.,
"Τέσσαρες δεκαετίες εις την Υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού",
Αθήναι 1971)

Αν και οι υλικές ζημιές από το κίνημα δεν ήταν μεγάλες, οι ηθικές επιπτώσεις για το Ναυτικό ήταν ανυπολόγιστες και για να τεθεί τέρμα στην ατέλειωτη σειρά των κινημάτων επιβάλλονταν η λήψη σκληρών μέτρων…

Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης διηγείται:

«Όσο κι αν καταδικάζω προσωπικά την ανάμειξη των στρατιωτικών σε στασιαστικές ενέργειες, για κάποια από τα προηγούμενα σοβαρά κινήματα μπορούν να βρεθούν ευλογοφανείς αιτιολογίες.Κίνημα όμως που στρέφονταν κατά Κυβερνήσεως που είχε προέλθει από εκδήλωση της ελεύθερης βούλησης του λαού πριν δυο μόλις έτη, για το οποίο δεν υπήρχε ούτε η δικαιολογία εξωτερικών κινδύνων, αποτελούσε τελείως αδικαιολόγητη κατάλυση των λαϊκών ελευθεριών. Το επιχείρημα περί κινδύνων της Δημοκρατίας ήταν αστήρικτο, διότι η ιδιοσυγκρασία του πολιτικού κόμματος που κυβερνούσε δεν προσφέρονταν για βίαιες ανατροπές και πολλοί από τους πολιτευτές του είχαν ασπασθεί ειλικρινά το υφιστάμενο Δημοκρατικό πολίτευμα.  Επί πλέον, όπως είχε τότε η σύνθεση των ενόπλων δυνάμεων δύσκολα θα παρασύρονταν σε ανατρεπτικές ενέργειες, έστω και αν επί κεφαλής πολλών μονάδων βρίσκονταν βασιλόφρονες .  Αυτή τουλάχιστον την εντύπωση είχα σχηματίσει πριν την κήρυξη του κινήματος, όσον αφορά τις αντιλήψεις της μεγάλης πλειονότητας των αξιωματικών του Ναυτικού.

Θα έπρεπε επίσης να δοθεί ένα μάθημα και σ’ εκείνους που είχαν επιλέξει οι κυβερνώντες για να τους εμπιστευτούν την τήρηση της τάξης στο Ναυτικό και είτε αδράνησαν, είτε και διευκόλυναν την επικράτηση των στασιαστών.

Την καταστολή του κινήματος ακολούθησε η σύσταση Εκτάκτων Στρατοδικείων ενώπιον των οποίων παραπέμφθηκαν όσοι έλαβαν μέρος σ’ αυτό, αλλά και εκείνοι που δεν εκτέλεσαν το καθήκον τους κατά την έκρηξή του και χαρακτηρίστηκαν συνεργοί των πρώτων.

Στο Ναυτικό, ο πολιτικός δικαστικός που διενήργησε τις ανακρίσεις και παρέστη και στη δίκη ως δεύτερος Επίτροπος έκρινε παραπεμπτέους 230, από τους οποίους 102 ήταν αξιωματικοί. Από αυτούς μόνο οι 140 ήταν παρόντες , κι από αυτούς οι 32 ήταν αξιωματικοί, ενώ οι υπόλοιποι είχαν καταφύγει στο εξωτερικό και δικάζονταν ερήμην.  Μεταξύ αυτών που παραπέμφθηκαν ως συνεργοί περιλαμβάνονταν ο Αρχηγός του Στόλου και του Ναυστάθμου και ο Διοικητής των αντιτορπιλικών.

Κυβερνητικός Επίτροπος στο Έκτακτο Στρατοδικείο


Πρόεδρος του Έκτακτου Στρατοδικείου για τους στασιαστές του Ναυτικού ορίστηκε ο Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού Υποναύαρχος Δ. Οικονόμου, ο οποίος μου ανακοίνωσε ότι επρόκειτο να μου ανατεθούν τα καθήκοντα του πρώτου Κυβερνητικού Επιτρόπου και με ρώτησε αν θ’ αποδεχόμουνα.  Η πρόταση αυτή μ’ έφερε σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν διαπνεόμουν από κανένα πολιτικό φανατισμό και αναγνώριζα ότι πολλοί από τους στασιαστές είχαν παρασυρθεί καλή τη πίστη, διότι είχαν ανδρωθεί εν μέσω κινημάτων και είχαν σχηματίσει την αντίληψη ότι αυτά αποτελούσαν ένα είδος τρέχουσα υπηρεσίας του Ναυτικού και το καλλίτερο μέσο να εκφράσουν τα παράπονά τους.   Οι αρχηγοί των στασιαστών μου είχαν πάντα επιδείξει μεγάλη εκτίμηση και συμπεριφερθεί με συναδελφική αβρότητα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που με συμπεριλάμβαναν σε γενικά μέτρα πολιτικής σκοπιμότητας.  Πολλοί από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στο κίνημα είχαν υπηρετήσει υπό τις διαταγές μου με εξαιρετική προθυμία και πραγματική αφοσίωση και με άλλους συνδεόμουν από παλιά με φιλία.  Από την άλλη όμως θεωρούσα ότι το κακό είχε προχωρήσει πέρα από κάθε ανεκτό όριο και το υπέρτατο συμφέρον της Πατρίδας επέβαλε επιτέλους να επιδειχθεί η πυγμή του Νόμου και μάλιστα αμείλικτα.
                                                                                                                                            
                                                                 1935, Πλοίαρχος Γρ. Μεζεβίρης Κυβερνητικός Επίτροπος

Ένας Πλοίαρχος έπρεπε να αναλάβει το σκληρό αυτό έργο και εφόσον ο κλήρος έπεσε σε μένα θεωρούσα ότι δεν είχα δικαίωμα να αρνηθώ.  Δυστυχώς, στο τραχύ στρατιωτικό επάγγελμα υπάρχουν στιγμές που είμαστε υποχρεωμένοι να ακούσουμε μόνο την φωνή του καθήκοντος, καταπνίγοντας κάθε άλλο αίσθημα!  Βέβαια, αν μπορούσα τότε να μαντέψω όσα επηκολούθησαν μετά από ένα εξάμηνο και μου δημιούργησαν σοβαρό πρόβλημα συνειδήσεως, θα ήμουν περισσότερο διστακτικός να αποδεχτώ την πρόταση και σε κάθε περίπτωση θα είχα αλλάξει ορισμένα σημεία της αγόρευσής μου.

Η δίκη διάρκεσε από την 15η Απριλίου μέχρι την 11η Μαΐου 1935 και οι συνεδριάσεις παρατείνονταν μέχρι τις νυχτερινές ώρες.  Πολλά επεισόδια δημιουργήθηκαν κατά την διάρκεια της δίκης μεταξύ των Κυβερνητικών Επιτρόπων και των συνηγόρων, ιδιαίτερα των συνεργών, και επειδή πολλοί απ’ αυτούς ήταν διακεκριμένα μέλη του δικηγορικού σώματος η αντιμετώπισή τους δεν ήταν και τόσο ευχερής.

Η αγόρευση

Η ημέρα όμως της μεγάλης ψυχικής δοκιμασίας για μένα ήταν η ημέρα της αγόρευσής μου.  Αν και ουσιαστικά την τύχη των κατηγορούμενων ρυθμίζει η ψήφος των δικαστών σε δίκη αυτής της μορφής,  ο Κυβερνητικός Επίτροπος που κατηγορεί από την έδρα συνάδελφούς του και ζητάει βαρύτατες κυρώσεις δίνει την εντύπωση σκληρού και απάνθρωπου, που στερείται κάθε αισθήματος συναδελφικής αλληλεγγύης.


      
1935, ο Πλοίαρχος Γρ. Μεζεβίρης Κυβερνητικός Επίτροπος στο Έκτακτο Στρατοδικείο

Η αγόρευσή μου διάρκεσε πάνω από 1 ώρα.  Αρχικά αναφέρθηκα στο ιστορικό της προπαρασκευής του κινήματος, σε όσα συνέβηκαν κατά την έκρηξή του και στις μετέπειτα ενέργειες των στασιαστών, καυτηριάζοντας ιδιαίτερα την παράδοση ενός υποβρυχίου σε ξένη Δύναμη [σ.σ. το υ/β «ΚΑΤΣΩΝΗΣ» παραδόθηκε στους Ιταλούς στην Πάτμο, βλέπε: «Κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935, Εμφύλιος πόλεμος» ].  Απόκρουσα κατηγορηματικά ότι την άποψη ότι το Δημοκρατικό πολίτευμα κινδύνευε.  Παραδέχτηκα ότι τα ελατήρια του κινήματος δεν ήταν τα ίδια για όλους και ότι μεταξύ των στασιαστών υπήρχαν πολλοί που θα μπορούσαν να προσφέρουν πολλές υπηρεσίες στην Πατρίδα, αν δεν είχαν επηρεαστεί από το μίασμα της πολιτικής.  Συγχρόνως όμως ανάφερα ότι για μερικούς τα ελατήρια πρέπει να αναζητηθούν σε κατώτερο επίπεδο, όπως προέκυπτε και από επιστολή που είχε κατασχεθεί ερήμην δικαζόμενου προς τη σύζυγό του, στην οποία αυτός έγραφε «έπαιξα το παν, ονειρεύτηκα να σε ανεβάσω σε ψηλή θέση, αλλ’ ο Θεός δεν μας βοήθησε, έχασα το παιχνίδι».  Τόνισα ιδιαίτερα την αθρόα συμμετοχή υπαξιωματικών και απλών ακόμα ναυτών την οποία απέδωσα  στην επιείκεια που είχε επιδειχθεί για τα κατώτερα στελέχη στο παρελθόν σε ανάλογες περιπτώσεις.  Προλαμβάνοντας πιθανό επιχείρημα των συνηγόρων ότι αυτοί εκτελούσαν διαταγές, υπενθύμισα ότι οι σημερινοί υπαξιωματικοί έχουν αρκετή μόρφωση για να διακρίνουν αν είναι υποχρεωτική η εκτέλεση διαταγών που αντίκεινται στον ποινικό νόμο.  Αξίζει να σημειωθεί ότι από τα κατώτερα αυτά στελέχη είχαν παραπεμφθεί μόνο εκείνοι που ανάπτυξαν ενεργή δράση και εκείνοι που λόγω της θέσης τους είχαν χαρακτηριστεί ως συνεργοί.  Υπενθύμισα τα θλιβερά μέτρα στα οποία αναγκάζονταν να καταφεύγει η υπηρεσία για να αντιμετωπίσει τα κινήματα που κυοφορούνταν, διατάζοντας συνεχώς επιφυλακή στα πλοία και εγκαθιστώντας ειδική ασφάλεια για να παρακολουθεί τους υπηρετούντες στον Ναύσταθμο, που είχε μετατραπεί σε φρούριο για να αμυνθεί κατά των υπονομευτών της τάξης!

Ασχολήθηκα πολύ και με την άλλη όψη του ζητήματος, για εκείνους που κατέχουν εμπιστευτικές θέσεις και είναι υπεύθυνοι για την ασφάλεια των Υπηρεσιών, ιδιαίτερα για εκείνους που έχουν ανώτατους βαθμούς.  Υποστήριξα την πεποίθησή μου ότι αυτοί δεν είχαν προκαταβολικά γνώση του κινήματος αλλά συγχρόνως απόκρουσα το επιχείρημα ότι οι ενέργειές τους απέβλεπαν στην αποφυγή αιματοχυσίας και την επιβράδυνση των πραγμάτων διότι, αντίθετα, συντέλεσαν στην ταχύτερη επικράτηση του κινήματος.  Για αντιπαραβολή ανάφερα το παράδειγμα των κυβερνητών των 3 αντιτορπιλικών που μέχρι τέλους έμειναν κύριοι των πλοίων τους, αν και έλαβαν αντίθετες διαταγές.



                        
1935, ο Πλοίαρχος Γρ. Μεζεβίρης Κυβερνητικός Επίτροπος

Με βάση όσα εξέθεσα, χαρακτήρισα ως αρχηγούς και οδηγούς της στάσης τους ναυτικούς αρχηγούς του κινήματος, εκείνους που ανέλαβαν την κυβέρνηση πλοίων, εκείνους που βιαιοπράγησαν κατ’ ανωτέρων και γενικώς εκείνους που ανάπτυξαν ιδιαίτερα έντονη επαναστατική δράση.  Αυτοί ήταν συνολικά 22, από τους οποίους μόνον ένας υποπλοίαρχος και ένας υπαξιωματικός ήταν παρόντες, και για όλους ο Στρατιωτικός Ποινικός Νόμος προέβλεπε την εσχάτη των ποινών.  Για τους υπόλοιπους, συμπεριλαμβανομένων και των συνεργών,  ζητήθηκαν ποινές από ισόβια δεσμά μέχρι φυλάκιση ενός έτους.  Επαφέθηκα στην κρίση του Δικαστηρίου για 17, λόγω αμφιβολιών, και ζήτησα την απαλλαγή 15, από τους οποίους 7 ήταν αξιωματικοί, κατά των οποίων δεν είχαν προκύψει ενδείξεις ενοχής.  Τελειώνοντας, έκανα έκκληση προς τους Ναυτοδίκες η απόφασή τους να αποτελέσει ένα δίδαγμα προς κάθε κατεύθυνση για καθένα που επιχειρεί να υψώσει βέβηλο χέρι κατά των Νόμων του κράτους.

Τελείωσα την αγόρευσή μου με φωνή που έτρεμε από συγκίνηση.  Δέχτηκα πολλά συγχαρητήρια, μεταξύ των οποίων και από πολλούς συνηγόρους, θα ήμουν όμως ευτυχής αν τα συγχαρητήρια αυτά μου δίνονταν σε περιστάσεις λιγότερο τραγικές και σχετικές με άλλου είδους επαγγελματική μου δράση!

Ο δεύτερος Επίτροπος που αγόρευσε μετά από μένα υπήρξε αυστηρότερος στις κρίσεις του για τους συνεργούς και επιεικέστερος στον χαρακτηρισμό των ευθυνών των αυτουργών κι έτσι περιόρισε σημαντικά τον αριθμό εκείνων που χαρακτήρισε ως οδηγούς και δεν συμπεριέλαβε σ’ αυτούς τους δυο παρόντες.  Οι συνήγοροι επωφελήθηκαν αυτής της διαφωνίας για να επικαλεσθούν την επιείκεια του Στρατοδικείου.  Δευτερολογώντας, υποστήριξα ότι η διαφορά που παρατηρήθηκε μεταξύ των προτάσεων των δυο Επιτρόπων ήταν φυσική διότι από μένα εκτέθηκε η καθαρά στρατιωτική άποψη, εκείνη στην οποία δεν χωράει τίποτε άλλο εκτός από την άτεγκτη εφαρμογή των Νόμων, ενώ ο συνάδελφός μου περιορίστηκε στην έκθεση της πολιτικής και κοινωνικής άποψης.  Προσέθεσα ότι την διαφωνία αυτή δεν θεωρώ δυσάρεστη διότι έτσι το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και τις δυο αντίθετες απόψεις και συνδυάζοντας τις, θα μπορέσει ακόμα καλλίτερα να εξυπηρετήσει την υψηλή έννοια της δικαιοσύνης.

Μετά το τέλος της αγόρευσής μου, το έργο μου σχετικά με τη δίκη είχε περατωθεί και δικαιούμουνα πια να ξαναβρώ τα ανθρώπινα αισθήματα.  Γνώριζα ότι σε μας, στις πολιτικές δίκες, οι ποινές των ισοβίων δεσμών σήμαιναν ολιγόμηνη φυλάκιση.  Φανταζόμουνα ακόμα ότι πιθανώς, πριν περάσει πολύς χρόνος, οι πραγματικά ικανοί από τους στασιαστές θα επανέρχονταν στις τάξεις – ίσως και για το συμφέρον του Ναυτικού- , αφού είχαν ήδη την πικρή πείρα ότι η προσφυγή σε έκνομες ενέργειες δεν αποτελεί την καλλίτερη μέθοδο σταδιοδρομίας.   Εκείνο όμως που με απασχολούσε σοβαρά ήταν η μη εκτέλεση της θανατικής ποινής για τους δυο παρόντες και λόγω της ταχείας εκτέλεσης των αποφάσεων των Εκτάκτων Στρατοδικείων, θα έπρεπε το έδαφος να έχει προπαρασκευασθεί.  Παρουσιάστηκα λοιπόν στον Υπουργό των Ναυτικών και του εξέθεσα ότι υποχρεώθηκα μεν να ζητήσω γι αυτούς την εσχάτη των ποινών, εφόσον ήταν οι οδηγοί της στάσης, θα θεωρούσα όμως μεγάλη αδικία να εκτελεστούν αυτοί όταν διαφεύγουν οι αρχηγοί.  Επί πλέον είχαν υπέρ αυτών ότι, ενώ μπορούσαν να διαφύγουν στο εξωτερικό, παρέμειναν να δικαστούν.  Ο Υπουργός συμφώνησε αμέσως με την γνώμη αυτή και μου ανέθεσε να τον ειδοποιήσω αμέσως αν η απόφαση ήταν καταδικαστική, για να μεριμνήσουμε για την απονομή χάριτος.

Η ετυμηγορία

Το Στρατοδικείο αποσύρθηκε σε διάσκεψη το πρωί της 10ης Μαΐου 1935, επανήλθε στην αίθουσα των συνεδριάσεων μετά από 17 ώρες στις 3 το πρωί της επομένης για να αναγνώσει την απόφαση.  Οι ώρες αυτές ήταν ώρες πραγματικής αγωνίας όχι μόνο για ενδιαφερόμενους και τους συνηγόρους τους αλλά και για όλους που παρακολουθούσαν τη δίκη, συμπεριλαμβανομένων και των Επιτρόπων που δεν συμμετείχαν στη διάσκεψη.  Όπως ήταν φυσικό, όλους απασχολούσε η τύχη των δυο επί των οποίων επικρέμονταν η εσχάτη των ποινών.   Όταν οι Στρατοδίκες μπήκαν στην αίθουσα αντιληφθήκαμε από την χλομάδα τους το φάσμα του θανάτου να πλανάται πάνω απ’ αυτήν.  Πράγματι, αντί για τις 22 που είχα ζητήσει, επιβλήθηκαν 33 θανατικές ποινές συμπεριλαμβανομένων και των δυο παρόντων, για τους οποίους όμως το Στρατοδικείο υπέβαλλε αίτηση χάριτος.  Για τους υπόλοιπους έγιναν δεκτές, λίγο-πολύ, οι προτάσεις μου.  Ακολούθησε η θλιβερή διαδικασία της ανάγνωσης παρουσία μου της απόφασης στους κατηγορούμενους στις φυλακές που κρατούνταν.  Έσπευσα να διαβεβαιώσω τους δυο που είχαν καταδικαστεί σε θάνατο ότι η ποινή τους δεν θα εκτελούνταν.

Γύρω στις 6 το πρωί αναχώρησα για την Αθήνα και όταν έφθασα εκεί τηλεφώνησα στον Υπουργό των Ναυτικών και μετά από λίγο τον συνάντησα στο Υπουργείο και από κει κατευθυνθήκαμε στην οικία του Προέδρου της Κυβερνήσεως.  Όταν εισήλθα στο Γραφείο του Προέδρου, αυτός με συγχάρηκε θερμά για την αγόρευσή μου και πρόσθεσε χαριτολογώντας ότι δεν γνώριζε τις δικανικές μου ικανότητες.  Επωφελήθηκα από την ευκαιρία για να ζητήσω την απονομή χάριτος στους δυο που καταδικάστηκαν σε θάνατο, αναπτύσσοντας όσα είχα εκθέσει στον Υπουργό.  Διέκρινα τότε μειδίαμα αγαλλίασης στην όψη του αγαθού στη ψυχή Πρωθυπουργού, που μας συνέστησε να μεταβούμε προς συνάντηση του Υπουργού της Δικαιοσύνης με τον οποίο θα συνεννοούνταν και ο ίδιος τηλεφωνικά.  Από τον τελευταίο προβλήθηκαν αρχικά αντιρρήσεις διότι προ ολίγων ημερών είχε εκτελεστεί απόφαση άλλου Στρατοδικείου για δυο απόστρατους Στρατηγούς.  Τελικά όμως πείστηκε.  Μέχρι το μεσημέρι, το Διάταγμα απονομής της χάριτος είχε υπογραφεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Έτσι αποφεύχθηκε το ανεπανόρθωτο.  Τα θλιβερά όμως καθήκοντα του Κυβερνητικού Επίτροπου δεν είχαν τελειώσει.  Οι ανώτερες ποινές από την απλή φυλάκιση συνοδεύονταν και από στρατιωτική καθαίρεση.  Μάλιστα για λόγους παραδειγματισμού είχε αποφασιστεί από τις αρμόδιες αρχές να τηρηθούν κατά γράμμα οι σχετικές διατάξεις των Στρατιωτικών Κανονισμών.  Η καθαίρεση έγινε στο γήπεδο ασκήσεων του Ναυστάθμου ενώπιον παρατεταγμένων αξιωματικών και πληρωμάτων όλων των υπηρεσιών.  Η ιδιότητά μου επέβαλε να παραστώ μάρτυρας και της σκηνής αυτής για να πιστοποιήσω την τήρηση των διατάξεων του Νόμου.

Εύχομαι στους συνάδελφούς μου του μέλλοντος να μην έχουν ποτέ στην σταδιοδρομία τους να εκτελέσουν τέτοια καθήκοντα!   Ας έχουν δε υπόψη τους και τα παθήματα των στασιαστών του 1935, αν ποτέ πολιτικοί επιχειρήσουν να τους παρασύρουν σε έκνομες ενέργειες.

Έτσι έληξε το μεγαλύτερο δράμα που γνώρισε το Ελληνικό Ναυτικό από τη σύστασή του.  Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος επέτρεψε στους περισσότερους από τους κινηματίες που είχαν από τότε παραμείνει μακριά από το Ναυτικό να υπηρετήσουν πάλι με ζήλο και πίστη τη Πατρίδα, σε αρκετούς μάλιστα δόθηκε και η ευκαιρία να επιδείξουν όλα τους τα προσόντα  ευψυχίας και επαγγελματικής ικανότητας.

Οι κυρώσεις δεν περιορίστηκαν μόνο στις καταδίκες που αυτόματα επέφεραν και την απομάκρυνση από τις τάξεις των καταδικασθέντων.  Ακολούθησε και εκκαθάριση των αξιωματικών και υπαξιωματικών που παρέμειναν.  Αυτή περιέλαβε αρχικά ελάχιστους αξιωματικούς που δεν μπορούσαν μεν να χαρακτηριστούν ως συνεργάτες της στάσης, αλλά και δεν είχαν συμπεριφερθεί όπως επιβάλλονταν.  Στη συνέχεια όμως επεκτάθηκε και σε μερικούς άλλους αξιωματικούς, ιδιαίτερα από τους αρχαιότερους, που δεν είχαν καθόλου αναμειχθεί στο κίνημα και από τους οποίους οι μεν της αντίθετης πολιτικής παράταξης αποστρατεύθηκαν, οι δε υπόλοιποι τέθηκαν  σε ειδική μονιμότητα σε δευτερεύουσες θέσεις και έτσι εξαναγκάστηκαν να παραιτηθούν μετά από λίγο. Έτσι, μεταξύ αυτών που απομακρύνθηκαν περιλαμβάνονταν και οι αρχαιότεροι Πλοίαρχοι από τον Διοικητή του Στολίσκου που προήχθη μετά την καταστολή του κινήματος σε Υποναύαρχο κατ’ απόλυτον επιλογή. Πάντως η Επετηρίδα ρυθμίστηκε κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα μέλη του Ανωτέρου Ναυτικού Συμβουλίου να είναι μόνο οι θεωρούμενοι ως απόλυτα προσηλωμένοι στην τότε κατάσταση.

Όσον αφορά τους υπαξιωματικούς, η εκκαθάρισή τους έγινε σε ευρύτατη κλίμακα και υπήρξε πολιτική και ποιοτική.  Απομακρύνθηκαν και πολλοί που δεν είχαν ενεργώς αναμιχθεί στο κίνημα αλλά θεωρούνταν ως ιδεολογικά προσκείμενοι στους στασιαστές.  Η εφαρμογή κοινού μέτρου και για τις δυο κατηγορίες – τους πολιτικά αντίθετους και τους ποιοτικά ακατάλληλους- είχε ως αποτέλεσμα ότι μετά την απελευθέρωση αρκετοί που είχαν απομακρυνθεί ως επαγγελματικά ακατάλληλοι, εμφανίζονταν ως πολιτικοί παθόντες και ζητούσαν αναδρομική αποκατάσταση.

Μετά την λήψη των μέτρων αυτών τα μεγάλα κενά που δημιουργήθηκαν σε στελέχη πληρώθηκαν με αθρόες προαγωγές, με αδικαιολόγητη κατά τη γνώμη μου σπουδή.  Το αποτέλεσμα ήταν ότι συμπληρώθηκαν μεν οι θέσεις των ανωτέρων, υπήρχε όμως τέτοια έλλειψη κατωτέρων ώστε η λειτουργία των υπηρεσιών κατέστη πολύ δυσχερής.   Δίδονταν δε και η άδικη για το Σώμα εντύπωση ότι οι προαγωγές αποτελούσαν την ανταμοιβή εκείνων που δεν συμμετείχαν στο κίνημα για την νομιμόφρονα στάση τους.

Τα κινήματα όμως και όταν αποτυχαίνουν αφήνουν βαθιά τα ίχνη τους.  Αν το ένα από τα δυσάρεστα αποτελέσματα υπήρξε ότι το Ναυτικό στερήθηκε πολλών ικανών στελεχών, το άλλο ήταν ότι η κατάσταση περιήλθε απόλυτα στα χέρια των αδιάλλακτων της άλλης παράταξης.

Το κίνημα του 1935 άνοιξε μια βαθιά πληγή που επουλώθηκε μόνο με το πέρασμα πολλών ετών…»


Επιστροφή στις Διηγήσεις