ΝΑΥΑΡΧΟΣ ΜΕΖΕΒΙΡΗΣ
Τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση:
1945-46

(πηγή: Γ. Μεζεβίρη  Αντιναυάρχου ε.α.,
"Τέσσαρες δεκαετίες εις την Υπηρεσίαν του Β. Ναυτικού", Αθήναι 1971
)

‘Προορισμός του Ναυτικού μας είναι η εξασφάλιση της κυριαρχίας της θάλασσας στα Ελληνικά ύδατα και η προάσπιση από τη θάλασσα της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους. Τούτο και έκανε το Ναυτικό μας πρόσφατα ακόμη, όταν η Χώρα μας – μόνη από όλες τις μικρές χώρες- δεν δίστασε να αντιταχθεί κατά δυο Μεγάλων Αυτοκρατοριών.’
                         Αθήνα, καλοκαίρι  1946, Υποναύαρχος Μεζεβίρης Α.Γ.Ε.Ν.
                          απευθυνόμενος στον Βρετανό Στόλαρχο της Μεσογείου

Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης διηγείται:

«Μόλις πέρασε ο Δεκεμβριανός εφιάλτης, έγιναν τοποθετήσεις αξιωματικών στις Υπηρεσίες του Υπουργείου για να λειτουργήσει ο μηχανισμός που επί 4 χρόνια αδρανούσε.

Η οργάνωση των Κεντρικών Υπηρεσιών

Αυτοί που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα διατηρούσαν ακόμα την ανάμνηση των παλιών υπηρεσιακών παραδόσεων, οι κακουχίες όμως της Κατοχής και ο ηθικός μαρασμός τους είχαν αφήσει εμφανή σημάδια. Εκείνοι που είχαν επιστρέψει από την Μέση Ανατολή ήταν γεμάτοι ζωτικότητα, τους επηρέαζε όμως η καταπληκτική διαφορά τρόπου ζωής μεταξύ αυτής που γνώρισαν εκεί και αυτής που εύρισκαν στην καταταλαιπωρημένη Ελλάδα. Τέλος, αρκετοί από τους νεώτερους που είχαν υπηρετήσει μόνο στα πλοία και είχαν ταχεία βαθμολογική εξέλιξη αγνοούσαν τον τρόπο λειτουργίας των υπηρεσιών του Κέντρου.

Στη Μέση Ανατολή η λειτουργία των Οικονομικών Υπηρεσιών είχε πολύ απλοποιηθεί. Ο κεντρικός ταμίας κατέβαλλε τις δαπάνες κατ’ εντολή του Υπουργείου Ναυτικών και στη συνέχεια ανεφοδιαζόταν από τον Βρετανό ταμία. Δεν υπήρχαν την εποχή εκείνη οι φραγμοί των εγκεκριμένων πιστώσεων του Κρατικού Προϋπολογισμού, του προληπτικού ελέγχου των δαπανών, του Νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού….

Όταν, σύμφωνα με τις εντολές μου, οι ανώτεροι οικονομικοί αξιωματικοί που είχαν παραμείνει στην Ελλάδα έθεσαν και πάλι σε ισχύ τις διατάξεις αυτές, δημιουργήθηκε κατακραυγή εναντίον τους διότι δήθεν έβαζαν εμπόδια στη λειτουργία των Υπηρεσιών!

Στη Μέση Ανατολή το μόνο έργο της Επιμελητείας ήταν να ζητάει από τις Βρετανικές αποθήκες τις ποσότητες υλικών, τροφίμων και ιματισμού που κάθε φορά χρειαζόταν το Ναυτικό μας, χωρίς να υποχρεούται να κάνει προβλέψεις για τον ανεφοδιασμό των αποθηκών. Ουσιαστικά δεν υπήρχε και Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών και ούτε υπήρχε λόγος να υπάρχει. Ο Αρχηγός του Στόλου υπέβαλλε τις αιτήσεις επισκευών των πλοίων στις Βρετανικές Αρχές και εκείνες μεριμνούσαν για τα περαιτέρω.

Τα πράγματα μετά την Απελευθέρωση έμπλεκαν ακόμα περισσότερο διότι ο νέος θεσμός του Ναυαρχείου δημιουργούσε πολλές απορίες σχετικά με τα πρόσωπα που ήταν αρμόδια για τη λήψη αποφάσεων στα διάφορα ζητήματα. Το ίδιο συνέβαινε και με τις Υπηρεσίες του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού, για το οποίο πολλοί από τους νέους αγνοούσαν ακόμα και τον προορισμό του.

Με τη ταχεία έκδοση των Οργανωτικών διαταγών που προέβλεπε ο νέος θεσμός για τις διάφορες Υπηρεσίες του Κέντρου και που επεξεργάστηκα προσωπικά, λύθηκαν οι ασάφειες που είχαν δημιουργηθεί. Με μεγάλη επιμονή και υπομονή πετύχαμε σιγά-σιγά στην αρχή, αλλά με ρυθμούς που συνεχώς επιταχύνονταν την ομαλή λειτουργία ολόκληρου του όλου μηχανισμού. Η ομαλή λειτουργία δεν θα είχε όμως εξασφαλιστεί, αν δεν είχε συνεχιστεί μέχρι τη στιγμή που γίναμε αυτάρκεις η Βρετανική βοήθεια για τις επισκευές των πλοίων, τον ανεφοδιασμό και την λειτουργία ορισμένων Σχολών.

Η ανοικοδόμηση του Ναυστάθμου

Συγχρόνως, η προσοχή μας στράφηκε προς τις υπόλοιπες εγκαταστάσεις ξηράς. Στον Ναύσταθμο τοποθετήθηκε αρχικά Υποναύαρχος Αρχηγός με τεχνικό επιτελείο. Επειδή ο Ναύσταθμος είχε τελείως καταστραφεί, πριν αποφασιστεί η εξαρχής ανοικοδόμησή του, μελετήθηκε αν δεν θα έπρεπε να επιλεγεί άλλη θέση. Ειδική Βρετανική Αποστολή που είχε μετακληθεί προ σαράντα ετών είχε επιλέξει θέση στον Σκαραμαγκά, δίπλα στο χώρο των Ναυπηγείων. Ο τελευταίος όμως πόλεμος είχε καταδείξει ότι, ακόμα και αν η χώρα δεν καταληφθεί στρατιωτικά, η περιοχή αυτή είναι πολύ εκτεθειμένη σε αεροπορικές επιθέσεις. Πολύ περισσότερο προσφέρονταν η Σούδα της Κρήτης, η οποία όμως παρουσίαζε το μειονέκτημα της επιτόπιας εξεύρεσης του απαιτούμενου μεγάλου αριθμού τεχνιτών για τη λειτουργία των Συνεργείων. Ευτυχώς, λεπτομερέστερη έρευνα έδειξε ότι αρκετές από τις προπολεμικές εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου ήταν δυνατόν να επισκευασθούν και πολλά μηχανήματα που βρέθηκαν κάτω από τα ερείπια μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Μετά από αυτές τις σκέψεις κρίθηκε ότι ταχύτερη και πιο οικονομική λύση ήταν η ανοικοδόμηση του παλιού Ναυστάθμου.

Πρώτες ενέργειες ήταν η προετοιμασία μερικών εγκαταστάσεων διαμονής προσωπικού και η προσωρινή εγκατάσταση των μηχανημάτων που είχαν διασωθεί σε κάποιες αποθήκες κοντά στη Βάση Υποβρυχίων. Η εγκατάσταση αυτού του προσωρινού Συνεργείου έγινε με καταπληκτική ταχύτητα και πολύ σύντομα ήταν σε θέση να αναλαμβάνει τις επισκευές μικρού αριθμού πλοίων. Το προσωρινό αυτό Συνεργείο έλαβε με το χρόνο τη μορφή πραγματικού Συνεργείου και παρέμεινε μόνιμα σε λειτουργία. Όταν δε  επισκευάστηκαν και τα παλιά Συνεργεία, η συνολική απόδοση των δυο ξεπέρασε σημαντικά την προπολεμική.  Παράλληλα, άρχισε αμέσως και η εκκαθάριση του λιμένα του Ναυστάθμου από τα πολλαπλά ναυάγια που καθιστούσαν αδύνατη τη προσέγγιση πλοίων. Και αυτή η εργασία εκτελέστηκε με καταπληκτική ταχύτητα.

Τα μεγάλα έργα

Οι πρώτες αυτές εργασίες έγιναν με το ναυτικό προσωπικό και με μέσα που παραχώρησαν οι Βρετανοί ή που βρέθηκαν επί τόπου. Η εκτέλεσης όμως έργων σε μεγάλη κλίμακα απαιτούσε τη διάθεση μεγάλων κονδυλίων που εκείνη την εποχή φαινόταν αδύνατον να βρεθούν. Εν τούτοις, σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Πρωθυπουργού Στρατηγού Πλαστήρα πέτυχα να διατεθεί για την ανασυγκρότηση του Ναυτικού ένα πολύ σεβαστό ποσό για την εποχή εκείνη. Για να το πετύχω, ανάπτυξα το επιχείρημα ότι, εφόσον δεν προχωρούσαμε στην ανασυγκρότηση του Ναυτικού, θα ήμασταν υποχρεωμένοι να δαπανούμε πολύ συνάλλαγμα για τις επισκευές των πλοίων στο εξωτερικό και για τη διατήρηση των Σχολών στην Αίγυπτο. Στη λήψη της θετικής απόφασης βοήθησε πολύ και το γεγονός ότι ήμασταν η μόνη Κρατική Υπηρεσία που είχε ήδη μελετήσει  το ζήτημα της ανασυγκρότησής της και ήταν σε θέση να υποβάλλει συγκεκριμένα αιτήματα. Σημαντικό τμήμα του ποσού αυτού διατέθηκε για τον Ναύσταθμο. Έτσι, συμπληρώθηκαν βαθμιαία όλες οι εγκαταστάσεις του Ναυστάθμου και της Βάσης Υποβρυχίων. Μέχρι δε το 1947 είχαν αποκατασταθεί οι προπολεμικές και είχαν δημιουργηθεί και αρκετές νέες.  Αυτές οι βελτιώσεις συνεχίστηκαν και τα επόμενα έτη κι έτσι ο Ναύσταθμος έγινε πολύ καλύτερος από τον προπολεμικό. Παράλληλα, μεταξύ των πρώτων έργων περιλαμβάνονταν και η αποκατάσταση του Ναυτικού Νοσοκομείου του Πειραιά που άρχισε πάλι να λειτουργεί από το καλοκαίρι του 1945.

Τμήμα των κονδυλίων διατέθηκε για την αποκατάσταση των προπολεμικών εγκαταστάσεων των Σχολών Σκαραμαγκά, όπου το καλοκαίρι του 1945 κλήθηκε η πρώτη μεταπολεμικά σειρά κληρωτών για εκγύμναση. Αυτό ήταν εξαιρετικά επείγον διότι ήταν επιβεβλημένο το ταχύτερο να απολυθούν οι έφεδροι που υπηρετούσαν πολλά χρόνια. Η διάθεση πιστώσεων για τον ίδιο σκοπό και τα επόμενα έτη επέτρεψε την ανέγερση πολλών νέων εγκαταστάσεων για τις Σχολές των διαφόρων ειδικοτήτων. Έτσι το συγκρότημα των Σχολών γνώρισε μια ανάπτυξη σπάνια για ένα μικρό Ναυτικό. Παράλληλα με την ανέγερση των κτιρίων, οι Σχολές εφοδιάστηκαν από τους Βρετανούς με εκπαιδευτικό υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί στον πόλεμο και που αγνοούσαμε προπολεμικά ακόμη και την ύπαρξή του.

Αποκαταστάθηκαν επίσης όλες οι εγκαταστάσεις της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων και του Κεντρικού  Προγυμναστηρίου Πόρου. Έτσι, από το φθινόπωρο του 1945 όλες οι Σχολές που λειτουργούσαν στην Αίγυπτο επαναλειτούργησαν στην Ελλάδα. Αποκαταστάθηκαν ακόμα οι εγκαταστάσεις της Διεύθυνσης Τορπιλών και Ναρκών στον Σκαραμαγκά και αργότερα κατασκευάστηκαν στην περιοχή και δεξαμενές υγρών καυσίμων. Η Σχολή Ναυτικού Πολέμου στο Θησείο είχε υποστεί τόσες καταστροφές που έπρεπε να ανοικοδομηθεί.  Κρίθηκε πολύ οικονομικότερο να εγκαταλειφθεί και να εγκατασταθεί σε κτίρια της Διεύθυνσης Ραδιοτηλεγραφικής Υπηρεσίας που επισκευάστηκαν και διασκευάστηκαν για τον σκοπό αυτόν.  Μόνο στα  
Οχυρά της Παράκτιας Άμυνας δεν έγινε καμιά εργασία, διότι οι ελάχιστες κατασκευές που είχαν απομείνει δεν είχαν καμιά αξία.  Άλλωστε, η νέα μορφή πολέμου απαιτούσε και γενική αναθεώρηση των μελετών που είχαν γίνει για την κατασκευή τους.



               
Ο Υποναύαρχος Μεζεβίρης (τρίτος από δεξιά) στον Άγνωστο Στρατιώτη

Το έργο των Ναυτικών Διοικήσεων

Πολύτιμες υπηρεσίες προσέφεραν κατά την πρώτη αυτή περίοδο μετά την απελευθέρωση οι δέκα Ναυτικές Διοικήσεις υπό Υποναύαρχο Αρχηγό που εγκαταστάθηκαν σε ισάριθμα λιμάνια. Τους πρώτους εκείνους μήνες ήταν ουσιαστικά οι μόνες υπηρεσίες των λιμανιών που λειτουργούσαν κανονικά. Αυτές ανέλαβαν την αποκατάσταση των λιμανιών, την ανέλκυση των ναυαγίων, τη ρύθμιση της ναυσιπλοΐας, την αστυνομία λιμανιών και ακτών… Για την εξυπηρέτηση των πολλαπλών αυτών αναγκών είχε διατεθεί στις Ναυτικές Διοικήσεις μεγάλος αριθμός στελεχών και ανδρών.  Με την αποκατάσταση της κανονικής λειτουργίας των άλλων κρατικών υπηρεσιών επιβάλλονταν και το Ναυτικό να επιστρέψει στα κύρια έργα του. Άλλωστε και οι Βρετανοί, που εξακολουθούσαν να μας εφοδιάζουν, μας πίεζαν να περιορίσουμε το προσωπικού που υπηρετούσε υπό τα όπλα στο Ναυτικό.  Έτσι, μέχρι το τέλος του 1945, ορισμένες Ναυτικές Διοικήσεις καταργήθηκαν και το προσωπικό των υπολοίπων περιορίστηκε σημαντικά.  Περιέργως, το μέτρο αυτό συνάντησε πολιτική αντίδραση όταν επιχειρήθηκε να εφαρμοστεί στη Ναυτική Διοίκηση του Πειραιά που απασχολούσε πολύ προσωπικό, ενώ θα ήταν φυσικό κάθε μέτρο οικονομίας να είναι ευπρόσδεκτο σε εκείνους που κυβερνούν. Ίσως, επειδή πλησίαζαν εκλογές, να μην ήταν επιθυμητή η απόλυση σημαντικού αριθμού ημερομισθίων και επικούρων!  Τελικά, ο περιορισμός επιβλήθηκε και στη Ναυτική Διοίκηση του
Πειραιά.

Το έργο των πλοίων

Κατά την περίοδο αυτή και μέχρι τη πτώση της Γερμανίας, τα πλοία μας εξακολουθούσαν να εκτελούν πολεμικές αποστολές που καθόριζε ο Αρχηγός του Στόλου σε συνεργασία με τον Βρετανό Ναύαρχο που ήταν εγκατεστημένος στην Αθήνα.  Βαρύ έργο εκτέλεσαν τα ναρκαλιευτικά μας που μαζί με Βρετανικά είχαν αναλάβει να καθαρίσουν τις ελληνικές θάλασσες από τα πολυάριθμα ναρκοπέδια. Η επικίνδυνη αυτή εργασία συνεχίστηκε για αρκετά χρόνια και απετέλεσε άριστο μέσο ναυτικής εκπαίδευσης των νέων αξιωματικών που υπηρετούσαν στα ναρκαλιευτικά.

Ο Γρηγόριος Μεζεβίρης αναλαμβάνει Ναύαρχος Αρχηγός

Τον Απρίλιο του 1945 ο Αντιναύαρχος Π. Βούλγαρης ανέλαβε την Προεδρία της Κυβερνήσεως και μου ανέθεσε τα καθήκοντα του Ναυάρχου Αρχηγού. Ο νέος Πρωθυπουργός διατήρησε και τα τρία πολεμικά Υπουργεία, διόρισε Υφυπουργούς στα δυο από αυτά ενώ στο Υπουργείο Ναυτικών δεν τοποθέτησε Υφυπουργό. Διεύρυνε όμως την δικαιοδοσία μου ώστε, ουσιαστικά, μου ανέθεσε καθήκοντα Υφυπουργού. Η θέση του Αρχηγού του Στόλου δεν καλύφθηκε και τα πλοία κατανεμήθηκαν υπό Πλοιάρχους Ανώτερους Διοικητές. Η κύρια δύναμη του Στόλου τελούσε υπό τον Πλοίαρχο Ανώτερο Διοικητή Αντιτορπιλικών (Α.Δ.Α.).  Μετά από αυτές τις μεταβολές, για τις κινήσεις των πλοίων  ο Βρετανός Ναύαρχος συνεργάζονταν με το Γενικό Επιτελείο Ναυτικού. Από το επόμενο όμως έτος οι κινήσεις των πλοίων μας πέρασαν στην απόλυτη δικαιοδοσία μας και ο Βρετανός Ναύαρχος μετονομάστηκε σε Αρχηγό Ναυτικής Αποστολής. Η μετονομασία συνδυάστηκε με την αντικατάσταση του Αντιναυάρχου Turner από τον Αντιναύαρχο Talbot. Αποχαιρετήσαμε με ειλικρινή λύπη τον απερχόμενο Ναύαρχο, έναν πραγματικό κύριο με εξαιρετικά ευγενή αισθήματα που είχε δείξει κατά την δύσκολη αυτή περίοδο πραγματική αγάπη για το Ελληνικό Ναυτικό.







    Διατηρώ στη μνήμη μου την ακόλουθη σκηνή: Όταν μετά την ορκωμοσία της πρώτης σειρά κληρωτών ακολούθησε η παρέλαση ενώπιόν μου και οι νέοι αυτοί, που όταν κατατάχθηκαν ήταν καχεκτικοί από τις κακουχίες της Κατοχής, βάδιζαν ευσταλείς και με απόλυτα κανονικό βηματισμό μετά από μόνο σαράντα μέρες εκγύμναση, ο Βρετανός Ναύαρχος που στεκόταν δίπλα μου μου είπε: «Θα αναφέρω ότι δεν πηγαίνουν χαμένα τα χρήματα που δαπανούμε για το Ελληνικό Ναυτικό».  Δεν μπορώ όμως να εκφραστώ με τον ίδιο ενθουσιασμό για μερικούς από τους διαδόχους του!


 

                       

 

 

1945, ο Υποναύαρχος Μεζεβίρης στην Τελετή Ορκωμοσίας της πρώτης σειράς κληρωτών.








Η ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου

Κατά την περίοδο αυτή είχα μια ολιγοήμερη αλησμόνητη ανάπαυλα. Συνόδευσα τον Αντιβασιλιά Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό με το
θωρηκτό «ΑΒΕΡΩΦ» τον Μάιο του 1945 στον ιστορικό πλου στη Ρόδο.Τα Δωδεκάνησα δεν είχαν ακόμα παραδοθεί επίσημα στην Ελλάδα και βρίσκονταν προσωρινά υπό Βρετανική διοίκηση. Ήταν η πρώτη επίσκεψη Αρχηγού του Ελληνικού Κράτους μετά από δουλεία αιώνων στα Δωδεκάνησα. Ο Στρατιωτικός  Διοικητής Βρετανός Ταξίαρχος απένειμε εξαιρετικές τιμές στον Αντιβασιλιά.
Είναι αδύνατο να περιγραφεί ο ενθουσιασμός των κατοίκων που παραληρούσαν. Κατά τη μετάβαση στον Μητροπολιτικό Ναό συνόδευσα τον Αντιβασιλιά στο ίδιο ανοιχτό αυτοκίνητο και στη διαδρομή τον έραναν με τόσο πολλά ρόδα, που κυριολεκτικά μας είχαν καλύψει. Μετά την δοξολογία ο Αντιβασιλιάς εκφώνησε ενθουσιώδη λόγο προς το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί  τον οποίο ολοκλήρωσε με τη φράση «Ας κλίνωμεν το γόνυ, όπως ευχαριστήσωμεν τον Ύψιστον» και στη συνέχεια ο Αντιβασιλιάς Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός γονάτισε. Τον μιμηθήκαμε ο Βρετανός
Ταξίαρχος και εγώ που τον πλαισιώναμε στον εξώστη, καθώς και όλο το πλήθος στη πλατεία που έκλαιγε από συγκίνηση.

     Ο Αντιβασιλέας Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός         

                                                                        
Το εξάμηνο της διακυβέρνησης της χώρας από τον τέως Ναύαρχο Αρχηγό υπήρξε γόνιμο για το Ναυτικό, γιατί είμαστε απαλλαγμένοι από πολιτικές παρεμβάσεις.

Μετά την αποσυμφόρηση των στελεχών του Ναυτικού, αντιμετωπίσαμε το δύσκολο ζήτημα του μεγάλου αριθμού υπαξιωματικών που δεν είχαν ακολουθήσει το Ναυτικό στη Μέση Ανατολή, αλλά είχαν παραμείνει στην Ελλάδα. Μετά τις προαγωγές που είχαν γίνει στη Μέση Ανατολή, η αποκατάσταση όλων στην αρχαιότητά τους θα είχε σαν αποτέλεσμα την αύξηση του αριθμού αξιωματικών Πληρωμάτων Στόλου και των αρχικελευστών σε αριθμό διπλάσιο του προπολεμικού. Ειδικότερα, η μουσική του Στόλου θα αποτελείτο κατά το ένα τρίτο από αξιωματικούς! Το πρώτο μέτρο λοιπόν που πήραμε ήταν η απομάκρυνση εκείνων που ήταν επαγγελματικά ανίκανοι και όσων δεν έδειξαν στον πόλεμο καλή διαγωγή, συμπεριλαμβανομένων και των
κινηματιών της Μέσης Ανατολής. Αν και στη κρίση μας δεν λήφθηκε υπόψη κανένα πολιτικό κριτήριο και το ίδιο μέτρο εφαρμόστηκε στους υπαξιωματικούς όλων των κατηγοριών, αγωνιστήκαμε πολύ για να πείσουμε στο τέλος του 1945 την Κυβέρνηση
Σοφούλη ότι δεν επικράτησε πνεύμα δίωξης των αποτάκτων του 1935. Το ωραιότερο ήταν ότι μεγάλο ποσοστό από εκείνους που απομακρύνθηκαν το 1935 ανήκαν στην αντιβενιζελική παράταξη και είχαν απομακρυνθεί για επαγγελματικούς λόγους και τώρα εμφανίζονταν σαν δήθεν θύματα πολιτικών εκκαθαρίσεων.

Αυτή η τελευταία Κυβέρνηση ήταν ιδιαίτερα αντίθετη στον θεσμό του Ναυαρχείου. Είχαμε ήδη συντάξει Σχέδιο Νόμου με το οποίο διορθώνονταν πολλές ατέλειες του προηγούμενου και στο οποίο είχαμε τη σύμφωνη γνώμη του Βρετανού Ναυάρχου. Όμως, το Νομοσχέδιο αυτό δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Φαίνεται, ότι αυτό οφείλονταν στους εκτός του Ναυτικούς συμβούλους της Κυβέρνησης που διαισθάνονταν ότι αν ο Νόμος έμενε ως είχε θα τον καταργούσε ολοσχερώς η μελλοντική Βουλή…

Η σύνθεση του Στόλου του Β. Ναυτικού

Κατά την περίοδο αυτή συνεχίστηκαν οι παραχωρήσεις πλοίων από την Βρετανική Κυβέρνηση. Πραγματοποιήθηκε η παραχώρηση 2 αντιτορπιλικών τύπου ‘Hunt’, που η παράδοσή τους στην Αγγλία είχε αναβληθεί λόγω του κινήματος του Ναυτικού του Απριλίου 1944. Παραχωρήθηκε ακόμα ένα του ίδιου τύπου για να αντικατασταθεί το αντιτορπιλικό «ΑΔΡΙΑΣ» που είχε προσκρούσει σε νάρκη και του οποίου η επισκευή είχε κριθεί ασύμφορη. Παραχωρήθηκαν ακόμα 5 υποβρύχια του ίδιου τύπου με το «ΠΙΠΙΝΟΣ» για να αντικατασταθούν ισάριθμα προπολεμικά, από τα οποία 4 είχαν βυθιστεί και ένα είχε αχρηστευτεί από εντατική χρήση. Τη κύρια δύναμη του Στόλου αποτελούσαν πλέον 8 αντιτορπιλικά συνοδείας των 1050 περίπου τόνων κατασκευής 1941-42, 2 αντιτορπιλικά Στόλου παλαιότερου τύπου από τα δικά μας και 6 υποβρύχια των 540 τόνων, κατασκευής 1942-44. Από τα 2 αντιτορπιλικά Στόλου τελικά παρέμεινε σε υπηρεσία μόνο το «ΝΑΥΑΡΙΝΟΝ», λόγω της κακής κατάστασης του άλλου. Συμπληρώθηκε ακόμα ο αριθμός των ναρκαλιευτικών ώστε να είναι διαθέσιμοι 2 στολίσκοι ναρκαλιείας μαζί με τα απαραίτητα βοηθητικά. Παραχωρήθηκαν επίσης 10 ακταιωροί, 8 μικρές ακτοφυλακίδες και 12 αποβατικά για τις αμφίβιες επιχειρήσεις. Αυτά τα πλοία μαζί με τις 4 κορβέτες, του ανθυποβρυχιακού «ΒΑΣ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ», των 3 αμερικανικών αρματαγωγών και μερικών άλλων βοηθητικών αποτελούσαν το σύνολο των νέων, μετά τον πόλεμο, αποκτημάτων του Ναυτικού μας. Από τα προπολεμικά σκάφη, μόνο το πλωτό συνεργείο «ΗΦΑΙΣΤΟΣ» αποτελούσε ακόμα χρήσιμη μονάδα.

Αυτό το ναυτικό πρόγραμμα δεν καταρτίστηκε από μας, αλλά από το Βρετανικό Ναυαρχείο και ο Στόλος μας αναγκαστικά αποτελείτο από πλοία που οι σύμμαχοι  θέλησαν να μας παραχωρήσουν. Δεν επρόκειτο για πρόγραμμα που εξυπηρετούσε τις ανάγκες του Ναυτικού μας σε περίοδο πολέμου, αλλά μόνο τις ανάγκες της στιγμής.  Οι στολίσκοι των αντιτορπιλικών και των υποβρυχίων έδιναν τη δυνατότητα να συνεχιστεί η εκπαίδευση του προσωπικού στη χρησιμοποίηση αυτού του τύπου των πλοίων. Υπήρχαν ακόμα τα μέσα για την απαλλαγή των θαλασσών μας από τα ναρκοπέδια και για την εξυπηρέτηση των τρεχουσών αναγκών μεταφορών του Στρατού. Τέλος, διαθέταμε έναν αριθμό μικρών πλοίων για την αστυνόμευση των ακτών η οποία, μετά τα Δεκεμβριανά, αποδείχτηκε απόλυτα αναγκαία.

Μέχρι τον Μάρτιο του 1947 που τερματίστηκε η Βρετανική βοήθεια και αφότου ο ανταρτοπόλεμος άρχισε να λαμβάνει μεγάλη έκταση, παρασχέθηκαν σε προσωρινή βάση στην αρχή και αργότερα σε μόνιμη, άλλα 6 Βρετανικά αρματαγωγά και μερικά βοηθητικά. Επειδή όμως λόγω του ανταρτοπόλεμου δεν επαρκούσαν τα πλοία για εκτέλεση περιπολιών σε όλες τις ακτές, με την έναρξη της Αμερικανικής βοήθειας πετύχαμε τη χορήγηση 6 Αμερικάνικων περιπολικών. Για τον ίδιο σκοπό παραλάβαμε από τον Ο.Δ.Ι.Σ.Υ. 4 μεγάλα ναρκαλιευτικά που εξοπλίστηκαν ως περιπολικά. Κατά τη διάρκεια του ανταρτοπόλεμου συχνά χρειάστηκε να διακοπεί το έργο της ναρκαλιείας για να χρησιμοποιηθούν τα ναρκαλιευτικά στην αστυνόμευση των ακτών.

Για την εκπλήρωση της ειδικής μορφής αποστολών του Ναυτικού κατά τον ανταρτοπόλεμο, οι παραχωρήσεις πλοίων που είχαν γίνει για την εποπτεία των ακτών και την εξυπηρέτηση των στρατιωτικών αναγκών ήταν εξαιρετικά ευπρόσδεκτες.

Ενώ όμως τη σύνθεση αυτή του Ναυτικού θεωρούσαμε ότι είναι μόνο προσωρινή, αιφνιδιαστικά το καλοκαίρι του 1946 έγιναν κάποιες υποδείξεις από την Βρετανική πλευρά που μου άνοιξαν πολύ δυσοίωνους ορίζοντες. Μου τηλεφώνησε ο Αρχηγός της Βρετανικής Ναυτικής Αποστολής Υποναύαρχος Talbot και με παρεκάλεσε να τον επισκεφθώ στην οικία του, διότι επιθυμούσε να μου μιλήσει για ένα πολύ σοβαρό θέμα του Ναυτικού μας ο Αρχηγός του Βρετανικού Στόλου της Μεσογείου που βρισκόταν στην Αθήνα. Υποθέτοντας ότι επρόκειτο για κατ’ ιδίαν συνομιλία προσήλθα χωρίς να συνοδεύομαι από επιτελείς μου, όταν όμως οδηγήθηκα στην αίθουσα είδα με έκπληξη ότι ο Ναύαρχος περιστοιχίζονταν από πολλούς αξιωματικούς του επιτελείου του. Ο Βρετανός Στόλαρχος μου ανέπτυξε ότι η Ελλάδα δεν είχε ανάγκη μεγάλου Ναυτικού, διότι ο μόνος προορισμός του δικού μας ήταν η εξυπηρέτηση των αναγκών του Στρατού. Η σύνθεσή του επομένως έπρεπε να αποτελείται κυρίως από αμφίβιες δυνάμεις και μερικά συνοδά και βοηθητικά. Δεν απαιτούνταν ούτε μεγάλες μονάδες, ούτε αντιτορπιλικά Στόλου και τα υποβρύχια ήταν άχρηστα για μας. Ακόμα και τις τορπίλες των πλοίων επιφανείας έπρεπε να παραδώσουμε διότι σε τίποτε δεν θα μας εξυπηρετούσαν και ήταν περιττό να διατηρούμε Υπηρεσία Τορπιλών. Ζητούσε δηλαδή ο Βρετανός στόλαρχος να μετατραπεί το Ναυτικό μας σε καθαρά βοηθητικό Όπλο για τη τις μεταφορές του Στρατού, χωρίς να διαθέτει συγχρόνως επαρκή μέσα για την εξασφάλισή του από εχθρικές επιθέσεις, για την οποία αναγκαστικά θα έπρεπε να προσφεύγει σε συμμαχικά  Ναυτικά.


 

        1945, Ο Υποναύαρχος Μεζεβίρης (στο κέντρο) υποδέχεται τον
        Lord John H.D.Cunningham, Βρετανό Στόλαρχο της Μεσογείου

Προς στιγμή έμεινα άναυδος μπρος σ’ αυτές τις προτάσεις που παρουσιάζονταν την επομένη ενός πολέμου κατά τον οποίο για μια τετραετία το Ελληνικό Ναυτικό είχε πολεμήσει στο πλευρό του Βρετανικού, είχε προσφέρει ανεκτίμητες υπηρεσίες και είχε υποστεί πολύ μεγάλες θυσίες.Ευθύς αμέσως όμως, με οργή που δύσκολα συγκρατούσα, έσπευσα να απαντήσω ότι προορισμός του Ναυτικού μας είναι η εξασφάλιση της κυριαρχίας της θάλασσας στα Ελληνικά ύδατα και η προάσπιση από τη θάλασσα της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους. Τούτο και έκανε το Ναυτικό μας πρόσφατα ακόμη, όταν η Χώρα μας – μόνη από όλες τις μικρές χώρες- δεν δίστασε να αντιταχθεί κατά δυο Μεγάλων Αυτοκρατοριών. Το Ελληνικό Ναυτικό συνεπώς οφείλει να διαθέτει τις απαραίτητες δυνάμεις για να φέρει ικανοποιητικά σε πέρας την αποστολή του με ίδια μέσα, τουλάχιστον σε περίπτωση επίθεσης από όμορο κράτος. Προφανώς, η προτεινόμενη σύνθεση δεν ανταποκρίνεται ούτε από μακριά σ’ αυτούς τους σκοπούς.  Προσέθεσα ακόμα ότι βεβαίως η λήψη απόφασης επί αυτού του θέματος εναπόκειται στην Κυβέρνηση, στην οποία θα μεταφέρω τα λεχθέντα, αλλά ο ίδιος ως Αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ναυτικού ουδέποτε θα εισηγηθώ λήψη μέτρων που ισοδυναμούν με διάλυση του Ναυτικού. Είμαι προκαταβολικώς βέβαιος ότι και η Κυβέρνηση για κανένα λόγο δεν θα συμφωνήσει με τα προτεινόμενα, διότι αλλιώς δεν θα την συγχωρούσε ο Ελληνικός Λαός που είναι υπερήφανος για το Ναυτικό του και που στη σύγχρονη ιστορία επανειλημμένα διέθεσε κι από το υστέρημά του ακόμα για να ενισχύσει τις δυνάμεις του.


Η συζήτηση δεν διάρκεσε πολύ. Ο Βρετανός Ναύαρχος αντιλήφθηκε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να με μεταπείσει και διέλυσε τη σύσκεψη. Στη συνέχεια με πλησίασε και σε πολύ φιλικό τόνο μου είπε «σας στεναχώρησα» οπότε του απάντησα «Ναύαρχε κάνατε το καθήκον σας και εγώ το δικό μου». Στη συζήτηση είχε επανειλημμένα επέμβει και ο Αρχηγός της Βρετανικής  Αποστολής Ναύαρχος Talbot και φαίνονταν εξαιρετικά στενοχωρημένος με τις αντιρρήσεις μου, με αποτέλεσμα να μη με βλέπει πια με καλό μάτι, ενώ μέχρι στιγμής είχαμε άριστες σχέσεις. Επειδή δε αναμιγνύονταν περισσότερο απ’ όσο έπρεπε με τα εσωτερικά ζητήματα του Ναυτικού μας, βρήκε αργότερα τη κατάλληλη στιγμή να εκδηλώσει την δυσαρέσκειά του. Δεν είχα καμιά αμφιβολία ότι θα συνέβαινε αυτό μετά από την πιο πάνω διαφωνία μας, αλλά τίποτε δεν θα με εμπόδιζε να κάνω το καθήκον μου.

 

 

    Μάρτιος 1946,Ο Υποναύαρχος Μεζεβίρης
    αποχαιρετάει τον Lord John H.D.Cunningham

 
Ο Υπουργός των Ενόπλων Δυνάμεων Π. Μαυρομιχάλης συμφώνησε απόλυτα με τις απόψεις μου και έτσι οι υποδείξεις που έγιναν έμειναν απλές προτάσεις. Δυστυχώς και στα χρόνια που επακολούθησαν , οπότε η εσωτερική τάξη είχε αποκατασταθεί και ο εξοπλισμός των ενόπλων μας δυνάμεων αφορούσε  τους εξωτερικούς  κινδύνους, δεν μπορέσαμε να πετύχουμε την επιβαλλόμενη σύνθεση του Ναυτικού με την βοήθεια που μας παρείχαν οι Αμερικανοί.

Πέρα από τη συμμαχική βοήθεια, η μόνη πηγή στη διάθεσή μας για την ανανέωση του Στόλου ήταν οι Ιταλικές επανορθώσεις. Δεν διατυπώσαμε εξωφρενικές αξιώσεις, όπως είχε κάνει η Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη πτώση της Ιταλίας, αλλά αυτές που υπαγόρευε η λογική. Είχαμε βάσιμες ελπίδες ότι οι Σύμμαχοι θα μας παραχωρούσαν μικρά σκάφη αλλά καμιά πιθανότητα δεν υπήρχε να μας παραχωρήσουν μεγάλο σκάφος που, εκτός από τη χρησιμότητά του σε καιρό πολέμου, είναι και εξαιρετικά χρήσιμο για την εκπαίδευση του προσωπικού σε καιρό ειρήνης. Δεν είχαμε λόγους να είμαστε ενθουσιασμένοι από τα αντιτορπιλικά που είχαμε παραγγείλει προπολεμικά στην Ιταλία, ενώ τα Ιταλικά εύδρομα ήταν γνωστά για την πολύ καλή κατασκευή τους.  Τέλος αποτελούσε και δίκαια αξίωση του Ελληνικού λαού, αυτοί που βύθισαν το μοναδικό μας
εύδρομο «ΕΛΛΗ»  να το αντικαταστήσουν με ανάλογη και καλλίτερη μονάδα. Διατυπώθηκε λοιπόν στην Διασυμμαχική Επιτροπή η αίτηση παραχώρησης ενός μεγάλου εύδρομου ή   δυο μικρών. Από τα τελευταία, που ήταν και προτιμότερα, υπήρχαν προς διάθεση 3 των 3.500 τόνων κατασκευής 1940-41 που είχαν όμως παραχωρηθεί στη Γαλλία. Πετύχαμε όμως την παραχώρηση ενός εύδρομου 7.500 τόνων κατασκευής 1935, του «EUGENIO DI SAVOIA» που μετονομάστηκε σε «ΕΛΛΗ». Το εύδρομο αυτό είχε σημαντικές ζημιές από πρόσκρουση σε νάρκη, αλλά επισκευάστηκε τελείως και με απόλυτη καλή πίστη από την μεταπολεμική Ιταλία. Οι υποχρεώσεις της Ιταλίας περιορίζονταν όμως στην επαναφορά του εύδρομου στην κατάσταση που ήταν την εποχή που ανήκε στον Ιταλικό Στόλο. Δεν είχε υποχρέωση ούτε με ραντάρ να το εφοδιάσει, ούτε και να εγκαταστήσει αντιαεροπορικό οπλισμό όπως των σύγχρονων εύδρομων. Αυτά θα έπρεπε να τοποθετηθούν από μας με τα μέσα που μας παρείχε η συμμαχική βοήθεια, προκειμένου το πλοίο να αποτελέσει μονάδα πραγματικά χρήσιμη σε καιρό πολέμου. Επειδή όμως οι Σύμμαχοι δεν έμοιαζε να ευνοούν τη διατήρηση από το Ναυτικό μας μιας μεγάλης μονάδας και οι Ελληνικές Κυβερνήσεις δεν διέθεταν τις αναγκαίες πιστώσεις, το πλοίο παρέμεινε όπως ήταν κατά την παραλαβή του.»

 

Επιστροφή στις Διηγήσεις